el sueldo
suel
ˈswel
svel
do
do
do
sueltosuelo

Ορισμός και σημασία του "sueldo"στα ισπανικά

01

μισθός, αμοιβή

dinero que una persona recibe regularmente por su trabajo 
el sueldo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
sueldos
Παραδείγματα
El sueldo se paga cada mes. 

Ο μισθός πληρώνεται κάθε μήνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store