el pizzero
pi
pi
pi
zze
ˈθe
the
ro
ɾo
ro
agujerovaquerotablerotintero

Ορισμός και σημασία του "pizzero"στα ισπανικά

01

πιτσαιόλος, πιτσαρόλος

persona que prepara y vende pizzas 
el pizzero definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
pizzeros
Παραδείγματα
El pizzero prepara la masa con mucha habilidad. 

Ο πιτσαδόρος προετοιμάζει τη ζύμη με μεγάλη επιδεξιότητα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store