el obrero
ob
ˈoβ
ob
re
ɾe
re
ro
ɾo
ro
orbrero

Ορισμός και σημασία του "obrero"στα ισπανικά

01

εργάτης, εργαζόμενος

persona que trabaja en fábricas o construcción 
el obrero definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
obreros
αρσενικό ενικό
obrero
θηλυκό ενικό
obrera
neutral form
trabajador
Παραδείγματα
El obrero trabaja en la construcción de un edificio. 

Ο εργάτης εργάζεται στην κατασκευή ενός κτιρίου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store