Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El obrero
01
εργάτης, εργαζόμενος
persona que trabaja en fábricas o construcción
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
obreros
Παραδείγματα
El obrero trabaja en la construcción de un edificio.
Ο εργάτης εργάζεται στην κατασκευή ενός κτιρίου.



























