Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
esquiar
[past form: esquié][present form: esquío]
01
σκι
deslizarse sobre la nieve usando esquís
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
esquío
γ΄ ενικό πρόσωπο
esquía
ενεστώτα μετοχή
esquiando
απλός αόριστος
esquié
παθητική μετοχή
esquiado
Παραδείγματα
El instructor enseñó cómo esquiar correctamente.
Ο εκπαιδευτής δίδαξε πώς να σκι σωστά.



























