Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
esquiar
01
σκι
deslizarse sobre la nieve usando esquís
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
esquío
γ΄ ενικό πρόσωπο
esquía
ενεστώτα μετοχή
esquiando
απλός αόριστος
esquié
παθητική μετοχή
esquiado
Παραδείγματα
Me gusta esquiar en las montañas durante el invierno.
Μου αρέσει να σκιάρω στα βουνά το χειμώνα.
LanGeek



























