esquiar
esq
ˈesk
esk
uiar
jaɾ
yar
esquivar

Ορισμός και σημασία του "esquiar"στα ισπανικά

esquiar
01

σκι

deslizarse sobre la nieve usando esquís 
esquiar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
esquío
γ΄ ενικό πρόσωπο
esquía
ενεστώτα μετοχή
esquiando
απλός αόριστος
esquié
παθητική μετοχή
esquiado
Παραδείγματα
Me gusta esquiar en las montañas durante el invierno. 

Μου αρέσει να σκιάρω στα βουνά το χειμώνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store