Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
venenoso
01
δηλητηριώδης
que produce veneno o toxinas que pueden hacer daño
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más venenoso
συγκριτικός βαθμός
más venenoso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
venenoso
αρσενικό πληθυντικό
venenosos
θηλυκό ενικό
venenosa
θηλυκό πληθυντικό
venenosas
Παραδείγματα
La serpiente venenosa es peligrosa.
Το δηλητηριώδες φίδι είναι επικίνδυνο.



























