bien hecho
bien
ˈbjen
byen
he
e
e
cho
ʧo
cho

Ορισμός και σημασία του "bien hecho"στα ισπανικά

bien hecho
01

καλά ψημένο, καλά μαγειρεμένο

que está completamente cocinado o cocido 
bien hecho definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más bien hecho
συγκριτικός βαθμός
más bien hecho
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
bien hecho
αρσενικό πληθυντικό
bien hechos
θηλυκό ενικό
bien hecha
θηλυκό πληθυντικό
bien hechas
Παραδείγματα
Quiero la carne bien hecha, por favor. 

Θέλω το κρέας καλά ψημένο, παρακαλώ.

01

Μπράβο!, Πολύ καλά!

expresión para felicitar a alguien por un logro o acción correcta 
Παραδείγματα
¡Bien hecho por aprobar el examen! 

Μπράβο για την επιτυχία στις εξετάσεις !

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store