Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
séptimo
01
έβδομος
que ocupa el lugar número siete en una serie o secuencia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
séptimo
αρσενικό πληθυντικό
séptimos
θηλυκό ενικό
séptima
θηλυκό πληθυντικό
séptimas
Παραδείγματα
El séptimo día de la semana es domingo.
Η έβδομη μέρα της εβδομάδας είναι Κυριακή.



























