Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El lámpara de pie
01
επίπεδη λάμπα, λαμπάδα πάτωμα
lámpara grande que se pone en el suelo y sirve para iluminar una habitación
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
lámparas de pie
Παραδείγματα
La lámpara de pie está junto al sofá.
Η λάμπα πάτωμα είναι δίπλα στον καναπέ.



























