Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La terminal
01
σταθμός
lugar donde llegan y salen los autobuses, trenes o aviones
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
terminales
Παραδείγματα
La terminal de autobuses está cerca del centro.
terminal
01
τερματικός
que no tiene cura y que causa la muerte
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más terminal
συγκριτικός βαθμός
más terminal
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
terminal
αρσενικό πληθυντικό
terminales
θηλυκό ενικό
terminal
θηλυκό πληθυντικό
terminales
θεματικό πεδίο
medicina, salud, enfermedad
Παραδείγματα
Tiene una enfermedad terminal.
Έχει μια τελική ασθένεια.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
terminal
term



























