Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El colegio
01
σχολείο
lugar donde los niños y jóvenes reciben educación básica
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
colegios
Παραδείγματα
Mi hijo va al colegio todos los días.
Ο γιος μου πηγαίνει στο σχολείο κάθε μέρα.



























