el chico
chi
ˈʧi
chi
co
ko
ko
checochivochinochicho

Ορισμός και σημασία του "chico"στα ισπανικά

01

παιδί, έφηβος

persona joven, generalmente niño o adolescente 
el chico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
chicos
αρσενικό ενικό
chico
θηλυκό ενικό
chica
neutral form
joven
Παραδείγματα
Los chicos están estudiando en la escuela. 

Τα αγόρια μελετούν στο σχολείο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store