vender
ven
ben
ben
der
ˈdeɾ
der
vendarvencer

Ορισμός και σημασία του "vender"στα ισπανικά

vender
01

πουλάω

ofrecer algo a cambio de dinero 
vender definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
vendo
γ΄ ενικό πρόσωπο
vende
ενεστώτα μετοχή
vendiendo
απλός αόριστος
vendí
παθητική μετοχή
vendido
Παραδείγματα
Quiero vender mi coche. 

Θέλω να πουλήσω το αυτοκίνητό μου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store