Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
vender
01
πουλάω
ofrecer algo a cambio de dinero
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
vendo
γ΄ ενικό πρόσωπο
vende
ενεστώτα μετοχή
vendiendo
απλός αόριστος
vendí
παθητική μετοχή
vendido
Παραδείγματα
Quiero vender mi coche.
Θέλω να πουλήσω το αυτοκίνητό μου.



























