el balón
balón
balon
balon
balcónbajónbarón

Ορισμός και σημασία του "balón"στα ισπανικά

01

μπάλα, αθλητική μπάλα

pelota grande que se usa en deportes como fútbol o baloncesto 
el balón definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
balones
Παραδείγματα
El niño juega con el balón en el parque. 

Το παιδί παίζει με την μπάλα στο πάρκο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store