el monte
mon
ˈmon
mon
te
te
te
mentemonje

Ορισμός και σημασία του "monte"στα ισπανικά

01

λόφος

elevación natural del terreno, más baja que una montaña 
el monte definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
montes
Παραδείγματα
El pueblo se encuentra al pie de un monte verde. 

Το χωριό βρίσκεται στους πρόποδες ενός πράσινου λόφου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store