Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La bola
01
objeto redondo que se usa en juegos, deportes o para diferentes actividades
γραμματικές πληροφορίες
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
bolas
Παραδείγματα
Los niños juegan con una bola en el parque.
LanGeek



























