Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
creer
[past form: creí][present form: creo]
01
πιστεύω, νομίζω
pensar que algo es cierto o tener confianza en algo/alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
creo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cree
ενεστώτα μετοχή
creyendo
απλός αόριστος
creí
παθητική μετοχή
creído
Παραδείγματα
Mi abuela siempre creyó en los sueños.
Η γιαγιά μου πάντα πίστευε στα όνειρα.
02
σκέφτομαι, πιστεύω
considerar o suponer algo como posible o cierto
Παραδείγματα
Creo que todos entendieron la lección.
Πιστεύω ότι όλοι κατάλαβαν το μάθημα.
03
πιστεύω, νομίζω
aceptar algo como verdadero sin necesidad de pruebas completas
Παραδείγματα
No creas todo lo que escuchas.
Μην πιστεύεις ό,τι ακούς.



























