Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
creer
01
πιστεύω, νομίζω
pensar que algo es cierto o tener confianza en algo/ alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
creo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cree
ενεστώτα μετοχή
creyendo
απλός αόριστος
creí
παθητική μετοχή
creído
Παραδείγματα
Él cree que puede ganar la competencia.
Αυτός πιστεύει ότι μπορεί να κερδίσει τον διαγωνισμό.
02
σκέφτομαι, πιστεύω
considerar o suponer algo como posible o cierto
Παραδείγματα
Creo que va a llover.
Νομίζω ότι θα βρέξει.
03
πιστεύω, νομίζω
aceptar algo como verdadero sin necesidad de pruebas completas
Παραδείγματα
Le creí porque siempre fue honesto.
Τον πίστεψα γιατί ήταν πάντα ειλικρινής.



























