Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cantar
01
τραγουδάω, απαγγέλλω
producir sonidos musicales con la voz
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
canto
γ΄ ενικό πρόσωπο
canta
ενεστώτα μετοχή
cantando
απλός αόριστος
canté
παθητική μετοχή
cantado
Παραδείγματα
Me gusta cantar cuando estoy feliz.
Μου αρέσει να τραγουδάω όταν είμαι χαρούμενος.



























