cantar
Pronunciation
/kantˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "cantar"στα ισπανικά

cantar
01

τραγουδάω, απαγγέλλω

producir sonidos musicales con la voz
cantar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
canto
γ΄ ενικό πρόσωπο
canta
ενεστώτα μετοχή
cantando
απλός αόριστος
canté
παθητική μετοχή
cantado
Παραδείγματα
¿ Puedes cantar esa melodía otra vez?
Μπορείς να τραγουδήσεις εκείνη τη μελωδία ξανά ;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store