cantar
can
kan
kan
tar
ˈtaɾ
tar
captarcontarcantorcansar

Ορισμός και σημασία του "cantar"στα ισπανικά

cantar
01

τραγουδάω, απαγγέλλω

producir sonidos musicales con la voz 
cantar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
canto
γ΄ ενικό πρόσωπο
canta
ενεστώτα μετοχή
cantando
απλός αόριστος
canté
παθητική μετοχή
cantado
Παραδείγματα
Me gusta cantar cuando estoy feliz. 

Μου αρέσει να τραγουδάω όταν είμαι χαρούμενος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store