Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El deporte
[gender: masculine]
01
αθλητισμός
actividad física que se practica como juego o competición
Παραδείγματα
Los niños disfrutan mucho jugando al deporte.
Τα παιδιά απολαμβάνουν πολύ να παίζουν αθλητισμό.



























