Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
de mediana edad
01
μεσήλικας
que tiene una edad intermedia entre la juventud y la vejez
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más de mediana edad
συγκριτικός βαθμός
más de mediana edad
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
de mediana edad
αρσενικό πληθυντικό
de mediana edad
θηλυκό ενικό
de mediana edad
θηλυκό πληθυντικό
de mediana edad
Παραδείγματα
Una persona de mediana edad suele tener mucha experiencia.



























