pagar
Pronunciation
/paɣˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "pagar"στα ισπανικά

01

πληρώνω, εξοφλώ

dar dinero a cambio de un producto o servicio
pagar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
pago
γ΄ ενικό πρόσωπο
paga
ενεστώτα μετοχή
pagando
απλός αόριστος
pagué
παθητική μετοχή
pagado,pago
Παραδείγματα
Pagué la entrada para el concierto ayer.
Πλήρωσα την είσοδο για τη συναυλία χθες.
02

πληρώνω

recibir o asumir consecuencias negativas por algo hecho
Παραδείγματα
Pagará si actúa sin pensar.
Θα πληρώσει αν ενεργήσει χωρίς να σκέφτεται.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store