pagar
pa
pa
pa
gar
ˈɣaɾ
ghar
pasarpararpegar

Ορισμός και σημασία του "pagar"στα ισπανικά

01

πληρώνω, εξοφλώ

dar dinero a cambio de un producto o servicio 
pagar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
pago
γ΄ ενικό πρόσωπο
paga
ενεστώτα μετοχή
pagando
απλός αόριστος
pagué
παθητική μετοχή
pagado,pago
Παραδείγματα
Tengo que pagar la cuenta del restaurante. 

Πρέπει να πληρώσω τον λογαριασμό του εστιατορίου.

02

πληρώνω

recibir o asumir consecuencias negativas por algo hecho 
Παραδείγματα
Tendrá que pagar por sus errores. 

Θα πρέπει να πληρώσει για τα λάθη του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store