Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
pagar
01
πληρώνω, εξοφλώ
dar dinero a cambio de un producto o servicio
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
pago
γ΄ ενικό πρόσωπο
paga
ενεστώτα μετοχή
pagando
απλός αόριστος
pagué
παθητική μετοχή
pagado,pago
Παραδείγματα
Pagué la entrada para el concierto ayer.
Πλήρωσα την είσοδο για τη συναυλία χθες.
02
πληρώνω
recibir o asumir consecuencias negativas por algo hecho
Παραδείγματα
Pagará si actúa sin pensar.
Θα πληρώσει αν ενεργήσει χωρίς να σκέφτεται.



























