Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El organismo
01
οργανισμός, φορέας
entidad que realiza funciones específicas, especialmente en el gobierno o la sociedad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
organismos
Παραδείγματα
La empresa trabaja con varios organismos gubernamentales.
Η εταιρεία συνεργάζεται με διάφορους κυβερνητικούς οργανισμούς.



























