Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El rendimiento
[gender: masculine]
01
απόδοση
beneficio o ganancia obtenida de una inversión o actividad económica
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
rendimientos
Παραδείγματα
Analizan el rendimiento de las acciones en el mercado.
Αναλύουν την απόδοση των μετοχών στην αγορά.
02
απόδοση, επίδοση
resultado o nivel de eficacia con el que se realiza una actividad
Παραδείγματα
El rendimiento laboral depende de varios factores.
Η απόδοση στην εργασία εξαρτάται από διάφορους παράγοντες.



























