Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El rendimiento
01
απόδοση
beneficio o ganancia obtenida de una inversión o actividad económica
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
rendimientos
Παραδείγματα
El rendimiento de la inversión fue muy alto este año.
Η απόδοση της επένδυσης ήταν πολύ υψηλή φέτος.
02
απόδοση, επίδοση
resultado o nivel de eficacia con el que se realiza una actividad
Παραδείγματα
El rendimiento del estudiante ha mejorado este semestre.
Η απόδοση του μαθητή βελτιώθηκε αυτό το εξάμηνο.
LanGeek



























