Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
rellenar
01
συμπληρώνω, ολοκληρώνω
escribir la información necesaria en los espacios vacíos de un formulario o documento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
relleno
γ΄ ενικό πρόσωπο
rellena
ενεστώτα μετοχή
rellenando
απλός αόριστος
rellené
παθητική μετοχή
rellenado
Παραδείγματα
Necesito rellenar este formulario para solicitar el visado.
Πρέπει να συμπληρώσω αυτό το έντυπο για να υποβάλω αίτηση για τη βίζα.
02
γεμίζω, γαρνίρω
llenar el interior de algo, especialmente una comida con un preparado
Παραδείγματα
A mi abuela le encanta rellenar los pimientos con carne y arroz.
Η γιαγιά μου λατρεύει να γεμίζει τις πιπεριές με κρέας και ρύζι.



























