Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
frustrante
01
απογοητευτικός
que produce desilusión, molestia o sensación de impotencia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más frustrante
συγκριτικός βαθμός
más frustrante
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
frustrante
αρσενικό πληθυντικό
frustrantes
θηλυκό ενικό
frustrante
θηλυκό πληθυντικό
frustrantes
Παραδείγματα
Es frustrante que nadie escuche tus ideas.
Είναι απογοητευτικό που κανείς δεν ακούει τις ιδέες σου.



























