enumerar
Pronunciation
/ˌenumɛɾˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "enumerar"στα ισπανικά

enumerar
01

απαριθμώ

nombrar o contar elementos uno por uno
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
enumero
γ΄ ενικό πρόσωπο
enumera
ενεστώτα μετοχή
enumerando
απλός αόριστος
enumeré
παθητική μετοχή
enumerado
Παραδείγματα
Se deben enumerar los pasos del proceso.
Τα βήματα της διαδικασίας πρέπει να απαριθμηθούν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store