Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enumerar
01
απαριθμώ
nombrar o contar elementos uno por uno
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
enumero
γ΄ ενικό πρόσωπο
enumera
ενεστώτα μετοχή
enumerando
απλός αόριστος
enumeré
παθητική μετοχή
enumerado
Παραδείγματα
Se deben enumerar los pasos del proceso.
Τα βήματα της διαδικασίας πρέπει να απαριθμηθούν.



























