colaborar
Pronunciation
/kˌolaβɔɾˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "colaborar"στα ισπανικά

colaborar
01

συνεργάζομαι

trabajar junto con otros para un fin común
colaborar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
colaboro
γ΄ ενικό πρόσωπο
colabora
ενεστώτα μετοχή
colaborando
απλός αόριστος
colaboré
παθητική μετοχή
colaborado
Παραδείγματα
¿ Quieres colaborar conmigo en este proyecto?
Θέλεις να συνεργαστείς μαζί μου σε αυτό το έργο;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store