colaborar
co
ko
ko
la
la
la
bo
βo
bo
rar
ˈɾaɾ
rar
protestarperpetrarpatrullarcompletar

Ορισμός και σημασία του "colaborar"στα ισπανικά

colaborar
01

συνεργάζομαι

trabajar junto con otros para un fin común 
colaborar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
colaboro
γ΄ ενικό πρόσωπο
colabora
ενεστώτα μετοχή
colaborando
απλός αόριστος
colaboré
παθητική μετοχή
colaborado
Παραδείγματα
Los estudiantes colaboraron en el proyecto de ciencias. 

Οι μαθητές συνεργάστηκαν στο επιστημονικό έργο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store