Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
colaborar
01
συνεργάζομαι
trabajar junto con otros para un fin común
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
colaboro
γ΄ ενικό πρόσωπο
colabora
ενεστώτα μετοχή
colaborando
απλός αόριστος
colaboré
παθητική μετοχή
colaborado
Παραδείγματα
Los estudiantes colaboraron en el proyecto de ciencias.
Οι μαθητές συνεργάστηκαν στο επιστημονικό έργο.



























