barrer
ba
ba
ba
rrer
ˈrer
rer
barrear

Ορισμός και σημασία του "barrer"στα ισπανικά

barrer
01

σκουπίζω, καθαρίζω το πάτωμα με μια σκούπα

limpiar el suelo usando una escoba 
barrer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
barro
γ΄ ενικό πρόσωπο
barre
ενεστώτα μετοχή
barriendo
απλός αόριστος
barrí
παθητική μετοχή
barrido
Παραδείγματα
Voy a barrer la cocina. 

Πάω να σκουπίσω την κουζίνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store