Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
barrer
01
σκουπίζω, καθαρίζω το πάτωμα με μια σκούπα
limpiar el suelo usando una escoba
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
barro
γ΄ ενικό πρόσωπο
barre
ενεστώτα μετοχή
barriendo
απλός αόριστος
barrí
παθητική μετοχή
barrido
Παραδείγματα
Voy a barrer la cocina.
Πάω να σκουπίσω την κουζίνα.



























