prender
Pronunciation
/pɾɛndˈɛɾ/

Ορισμός και σημασία του "prender"στα ισπανικά

prender
01

ανάβω

encender o activar un aparato o fuego
prender definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
prendo
γ΄ ενικό πρόσωπο
prende
ενεστώτα μετοχή
prendiendo
απλός αόριστος
prendí
παθητική μετοχή
prendido,preso
Παραδείγματα
Prendí la luz del salón al entrar.
Άναψα το φως του καθιστικού μπαίνοντας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store