Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
prender
01
ανάβω
encender o activar un aparato o fuego
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
prendo
γ΄ ενικό πρόσωπο
prende
ενεστώτα μετοχή
prendiendo
απλός αόριστος
prendí
παθητική μετοχή
prendido,preso
Παραδείγματα
Ella prendió la estufa antes de cocinar.
Εκείνη άναψε τη σόμπα πριν μαγειρέψει.



























