el activista
ac
ak
ak
ti
ti
ti
vis
ˈβis
bis
ta
ta
ta
centristamasajistaestilistabaterista

Ορισμός και σημασία του "activista"στα ισπανικά

01

ακτιβιστής, αγωνιστής

persona que participa activamente en causas políticas, sociales o ambientales para promover cambios 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
activistas
αρσενικό ενικό
activista
θηλυκό ενικό
activista
neutral form
activista
Παραδείγματα
El activista luchó por los derechos humanos en su país. 

Ο ακτιβιστής αγωνίστηκε για τα ανθρώπινα δικαιώματα στη χώρα του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store