faltar
Pronunciation
/faltˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "faltar"στα ισπανικά

faltar
01

λείπω, απουσιάζω

no haber suficiente de algo o que algo no esté presente
faltar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
falto
γ΄ ενικό πρόσωπο
falta
ενεστώτα μετοχή
faltando
απλός αόριστος
falté
παθητική μετοχή
faltado
Παραδείγματα
Faltan ingredientes para preparar la receta.
Λείπουν συστατικά για την προετοιμασία της συνταγής.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store