faltar
fal
fal
fal
tar
ˈtaɾ
tar
fallar

Ορισμός και σημασία του "faltar"στα ισπανικά

faltar
01

λείπω, απουσιάζω

no haber suficiente de algo o que algo no esté presente 
faltar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
falto
γ΄ ενικό πρόσωπο
falta
ενεστώτα μετοχή
faltando
απλός αόριστος
falté
παθητική μετοχή
faltado
Παραδείγματα
En la despensa faltan huevos y leche. 

Στο παντοπωλείο λείπουν αυγά και γάλα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store