Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
faltar
01
λείπω, απουσιάζω
no haber suficiente de algo o que algo no esté presente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
falto
γ΄ ενικό πρόσωπο
falta
ενεστώτα μετοχή
faltando
απλός αόριστος
falté
παθητική μετοχή
faltado
Παραδείγματα
Faltan ingredientes para preparar la receta.
Λείπουν συστατικά για την προετοιμασία της συνταγής.



























