Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La tasa
01
τέλος, χρέωση
cantidad de dinero que se paga como remuneración por un servicio
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
tasas
Παραδείγματα
La tasa por el servicio es de veinte euros.
Το τέλος για την υπηρεσία είναι είκοσι ευρώ.
02
ποσοστό, ποσοστό
proporción o medida que indica la relación entre dos cantidades en un periodo determinado
Παραδείγματα
La tasa de inflación subió este mes.
Ο ρυθμός του πληθωρισμού αυξήθηκε αυτόν τον μήνα.



























