Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intenso
01
παθιασμένος, έντονος
que muestra emoción o energía con gran fuerza y entusiasmo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más intenso
συγκριτικός βαθμός
más intenso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
intenso
αρσενικό πληθυντικό
intensos
θηλυκό ενικό
intensa
θηλυκό πληθυντικό
intensas
Παραδείγματα
El debate fue intenso y lleno de argumentos fuertes.
Η συζήτηση ήταν έντονη και γεμάτη ισχυρά επιχειρήματα.
02
έντονος, βαθύς
que se percibe con gran fuerza o profundidad
Παραδείγματα
Sentí un dolor intenso en la pierna.
Ένιωσα έναν έντονο πόνο στο πόδι.
03
βαθύς, ζωντανός
que tiene un color muy fuerte, vivo y saturado
Παραδείγματα
El verde intenso de la selva era impresionante desde el aire.
Το έντονο πράσινο της ζούγκλας ήταν εντυπωσιακό από τον αέρα.



























