Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
intenso
01
παθιασμένος, έντονος
que muestra emoción o energía con gran fuerza y entusiasmo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más intenso
συγκριτικός βαθμός
más intenso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
intenso
αρσενικό πληθυντικό
intensos
θηλυκό ενικό
intensa
θηλυκό πληθυντικό
intensas
Παραδείγματα
Ella es una defensora intensa de los derechos humanos.
Είναι μια έντονη υπερασπίστρια των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.
02
έντονος, βαθύς
que se percibe con gran fuerza o profundidad
Παραδείγματα
El calor era intenso en el desierto.
Η ζέστη ήταν έντονη στην έρημο.
03
βαθύς, ζωντανός
que tiene un color muy fuerte, vivo y saturado
Παραδείγματα
El azul intenso del mar contrastaba con el cielo claro.
Το έντονο μπλε της θάλασσας αντιπαραβαλλόταν με τον καθαρό ουρανό.



























