Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
folclórico
01
λαογραφικός, παραδοσιακός
relativo a las tradiciones y cultura popular de una región
Παραδείγματα
Los trajes folclóricos se usan en las festividades.
Τα λαϊκά κοστούμια φοριούνται κατά τις εορτές.



























