folclórico
Pronunciation
/fɔlklˈɔɾiko/

Ορισμός και σημασία του "folclórico"στα ισπανικά

folclórico
01

λαογραφικός, παραδοσιακός

relativo a las tradiciones y cultura popular de una región
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
folclórico
αρσενικό πληθυντικό
folclóricos
θηλυκό ενικό
folclórica
θηλυκό πληθυντικό
folclóricas
Παραδείγματα
Los trajes folclóricos se usan en las festividades.
Τα λαϊκά κοστούμια φοριούνται κατά τις εορτές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store