folclórico
fol
fol
fol
cló
klo
klo
ri
ɾi
ri
co
ko
ko
folklórico

Ορισμός και σημασία του "folclórico"στα ισπανικά

folclórico
01

λαογραφικός, παραδοσιακός

relativo a las tradiciones y cultura popular de una región 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
folclórico
αρσενικό πληθυντικό
folclóricos
θηλυκό ενικό
folclórica
θηλυκό πληθυντικό
folclóricas
Παραδείγματα
Celebraron una fiesta folclórica en el pueblo. 

Γιόρτασαν μια λαϊκή γιορτή στο χωριό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store