Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inapropiado
01
ακατάλληλος
que no es adecuado o correcto para una situación, persona o propósito
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más inapropiado
συγκριτικός βαθμός
más inapropiado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inapropiado
αρσενικό πληθυντικό
inapropiados
θηλυκό ενικό
inapropiada
θηλυκό πληθυντικό
inapropiadas
Παραδείγματα
El uso de redes sociales durante la clase es inapropiado.
Η χρήση των κοινωνικών δικτύων κατά τη διάρκεια του μαθήματος είναι ανάρμοστη.



























