Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El antónimo
[gender: masculine]
01
αντώνυμα, αντίθετο
palabra que tiene un significado contrario a otra
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
antónimos
Παραδείγματα
El diccionario incluye sinónimos y antónimos.
Το λεξικό περιλαμβάνει συνώνυμα και αντώνυμα.



























