masticar
Pronunciation
/mˌastikˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "masticar"στα ισπανικά

masticar
01

μασάω

triturar los alimentos con los dientes antes de tragarlos
masticar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
mastico
γ΄ ενικό πρόσωπο
mastica
ενεστώτα μετοχή
masticando
απλός αόριστος
mastiqué
παθητική μετοχή
masticado
Παραδείγματα
Masticó la carne hasta que estuvo blanda.
Μάσησε το κρέας μέχρι να μαλακώσει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store