Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aportar
[past form: aporté][present form: aporto]
01
συνεισφέρω
dar o contribuir algo a un grupo, proyecto o causa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
aporto
γ΄ ενικό πρόσωπο
aporta
ενεστώτα μετοχή
aportando
απλός αόριστος
aporté
παθητική μετοχή
aportado
Παραδείγματα
Necesitamos que todos aporten sus opiniones.
Χρειαζόμαστε όλοι να συμβάλουν τις απόψεις τους.



























