Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
aportar
01
συνεισφέρω
dar o contribuir algo a un grupo, proyecto o causa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
aporto
γ΄ ενικό πρόσωπο
aporta
ενεστώτα μετοχή
aportando
απλός αόριστος
aporté
παθητική μετοχή
aportado
Παραδείγματα
Los voluntarios aportan su tiempo a la organización.
Οι εθελοντές συνεισφέρουν το χρόνο τους στον οργανισμό.



























