aportar
a
a
a
por
poɾ
por
tar
ˈtaɾ
tar
abortarapartarapostaracortar

Ορισμός και σημασία του "aportar"στα ισπανικά

aportar
01

συνεισφέρω

dar o contribuir algo a un grupo, proyecto o causa 
aportar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
aporto
γ΄ ενικό πρόσωπο
aporta
ενεστώτα μετοχή
aportando
απλός αόριστος
aporté
παθητική μετοχή
aportado
Παραδείγματα
Los voluntarios aportan su tiempo a la organización. 

Οι εθελοντές συνεισφέρουν το χρόνο τους στον οργανισμό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store