aportar
Pronunciation
/ˌapɔɾtˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "aportar"στα ισπανικά

aportar
[past form: aporté][present form: aporto]
01

συνεισφέρω

dar o contribuir algo a un grupo, proyecto o causa
aportar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
aporto
γ΄ ενικό πρόσωπο
aporta
ενεστώτα μετοχή
aportando
απλός αόριστος
aporté
παθητική μετοχή
aportado
Παραδείγματα
Necesitamos que todos aporten sus opiniones.
Χρειαζόμαστε όλοι να συμβάλουν τις απόψεις τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store