Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
triple
01
τριπλός, τριπλάσιος
que es tres veces más grande o numeroso
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más triple
συγκριτικός βαθμός
más triple
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
triple
αρσενικό πληθυντικό
triples
θηλυκό ενικό
triple
θηλυκό πληθυντικό
triples
Παραδείγματα
Tiene triple función: cortar, abrir y sacar.
Έχει τριπλή λειτουργία: κόβει, ανοίγει και αφαιρεί.
El triple
01
βολή τριών πόντων, τριπλό
un lanzamiento que vale tres puntos en baloncesto
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
triples
Παραδείγματα
El triple fue desde muy lejos.
Το τρίποντο ήταν από πολύ μακριά.



























