el motivo
mo
mo
mo
ti
ˈti
ti
vo
βo
bo
masivorecibonocivoactivo

Ορισμός και σημασία του "motivo"στα ισπανικά

01

λόγος, κίνητρο

razón o causa que explica una acción o sentimiento 
el motivo definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
motivos
Παραδείγματα
No entiendo el motivo de su enfado. 

Δεν καταλαβαίνω τον λόγο της οργής του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store