Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
desempleado
01
άνεργος
que no tiene trabajo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más desempleado
συγκριτικός βαθμός
más desempleado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
desempleado
αρσενικό πληθυντικό
desempleados
θηλυκό ενικό
desempleada
θηλυκό πληθυντικό
desempleadas
Παραδείγματα
Estar desempleado puede ser una situación difícil.
Το να είσαι άνεργος μπορεί να είναι μια δύσκολη κατάσταση.



























