Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conservar
01
διατηρώ, προστατεύω
mantener algo en buen estado o protegerlo del daño
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
conservo
γ΄ ενικό πρόσωπο
conserva
ενεστώτα μετοχή
conservando
απλός αόριστος
conservé
παθητική μετοχή
conservado
Παραδείγματα
Es importante conservar los documentos históricos.
Είναι σημαντικό να διατηρούνται τα ιστορικά έγγραφα.
02
συντηρώ
preparar alimentos para que se mantengan durante más tiempo
Παραδείγματα
Las mermeladas se conservan mejor en frascos herméticos.
Τα μαρμελάδες διατηρούνται καλύτερα σε αεροστεγή βάζα.



























