Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
conservar
01
διατηρώ, προστατεύω
mantener algo en buen estado o protegerlo del daño
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
conservo
γ΄ ενικό πρόσωπο
conserva
ενεστώτα μετοχή
conservando
απλός αόριστος
conservé
παθητική μετοχή
conservado
Παραδείγματα
Debemos conservar el medio ambiente para las futuras generaciones.
Πρέπει να διατηρήσουμε το περιβάλλον για τις μελλοντικές γενιές.
02
συντηρώ
preparar alimentos para que se mantengan durante más tiempo
Παραδείγματα
Conservar verduras en salmuera prolonga su duración.
Η συντήρηση λαχανικών σε άλμη παρατείνει τη διάρκεια ζωής τους.



























