Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fundar
01
crear y establecer una organización, ciudad o institución
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
απλός αόριστος
fundé
παθητική μετοχή
fundado
Παραδείγματα
Fundaron la empresa en 1998.
LanGeek



























