Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
asegurar
[past form: aseguré][present form: aseguro]
01
βεβαιώνω, εγγυώμαι
dar certeza o garantía de que algo es cierto o sucederá
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
aseguro
γ΄ ενικό πρόσωπο
asegura
ενεστώτα μετοχή
asegurando
απλός αόριστος
aseguré
παθητική μετοχή
asegurado
Παραδείγματα
Debemos asegurar que todos los documentos estén completos.
Πρέπει να διασφαλίσουμε ότι όλα τα έγγραφα είναι πλήρη.



























