Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
asegurar
01
βεβαιώνω, εγγυώμαι
dar certeza o garantía de que algo es cierto o sucederá
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
aseguro
γ΄ ενικό πρόσωπο
asegura
ενεστώτα μετοχή
asegurando
απλός αόριστος
aseguré
παθητική μετοχή
asegurado
Παραδείγματα
El médico aseguró que la operación sería segura.
Ο γιατρός διαβεβαίωσε ότι η εγχείρηση θα ήταν ασφαλής.



























