asegurar
a
a
a
se
se
se
gu
ɣu
ghoo
rar
ˈɾaɾ
rar
asesorar

Ορισμός και σημασία του "asegurar"στα ισπανικά

asegurar
01

βεβαιώνω, εγγυώμαι

dar certeza o garantía de que algo es cierto o sucederá 
asegurar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
aseguro
γ΄ ενικό πρόσωπο
asegura
ενεστώτα μετοχή
asegurando
απλός αόριστος
aseguré
παθητική μετοχή
asegurado
Παραδείγματα
El médico aseguró que la operación sería segura. 

Ο γιατρός διαβεβαίωσε ότι η εγχείρηση θα ήταν ασφαλής.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store