chatear
Pronunciation
/tʃˌateˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "chatear"στα ισπανικά

chatear
01

συνομιλώ διαδικτυακά

conversar en tiempo real con otras personas a través de internet o mensajería instantánea
chatear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
chateo
γ΄ ενικό πρόσωπο
chatea
ενεστώτα μετοχή
chateando
απλός αόριστος
chateé
παθητική μετοχή
chateado
Παραδείγματα
No puedo chatear ahora, estoy en una reunión importante.
Δεν μπορώ να συνομιλήσω τώρα, είμαι σε μια σημαντική συνάντηση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store