chatear
cha
ʧa
cha
tear
ˈteaɾ
tear
chapearcatear

Ορισμός και σημασία του "chatear"στα ισπανικά

chatear
01

συνομιλώ διαδικτυακά

conversar en tiempo real con otras personas a través de internet o mensajería instantánea 
chatear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
chateo
γ΄ ενικό πρόσωπο
chatea
ενεστώτα μετοχή
chateando
απλός αόριστος
chateé
παθητική μετοχή
chateado
Παραδείγματα
Me gusta chatear con mis amigos del extranjero para practicar idiomas. 

Μου αρέσει να συνομιλώ με τους φίλους μου στο εξωτερικό για να εξασκώ γλώσσες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store