Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La estación
01
σταθμός
lugar donde paran los trenes, autobuses u otros medios de transporte para subir y bajar pasajeros
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
estaciones
Παραδείγματα
¿ Dónde está la estación más cercana?
Πού βρίσκεται ο πλησιέστερος σταθμός;
02
εποχή, περίοδος
cada una de las cuatro partes del año con características climáticas diferentes
Παραδείγματα
La ropa cambia según la estación.
Τα ρούχα αλλάζουν ανάλογα με την εποχή.



























