Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La huelga
[gender: feminine]
01
απεργία
interrupción colectiva del trabajo por parte de los trabajadores como forma de protesta
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
huelgas
Παραδείγματα
¿ Sabes por qué hay huelga hoy?



























