el bollo
bo
ˈbo
μπο
llo
ʎo
λιο
bolsobello

Ορισμός και σημασία του "bollo"στα ισπανικά

01

ψωμάκι, μπουκιά

una pieza de pan individual con forma redondeada 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
bollos
Παραδείγματα
El bollo estaba tierno por dentro y crujiente por fuera. 

Το ψωμάκι ήταν μαλακό από μέσα και τραγανό από έξω.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store