metódico
metó
ˈmeto
meto
di
ði
dhi
co
ko
ko
metálicomelódico

Ορισμός και σημασία του "metódico"στα ισπανικά

01

μεθοδικός, συστηματικός

que hace las cosas siguiendo un orden y un plan claro 
metódico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más metódico
συγκριτικός βαθμός
más metódico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
metódico
αρσενικό πληθυντικό
metódicos
θηλυκό ενικό
metódica
θηλυκό πληθυντικό
metódicas
Παραδείγματα
Es un trabajador muy metódico. 

Είναι ένας πολύ μεθοδικός εργαζόμενος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store