Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
metódico
01
μεθοδικός, συστηματικός
que hace las cosas siguiendo un orden y un plan claro
Παραδείγματα
El escritor es metódico al organizar sus ideas.
Ο συγγραφέας είναι μεθοδικός στην οργάνωση των ιδεών του.



























