Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
metódico
01
μεθοδικός, συστηματικός
que hace las cosas siguiendo un orden y un plan claro
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más metódico
συγκριτικός βαθμός
más metódico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
metódico
αρσενικό πληθυντικό
metódicos
θηλυκό ενικό
metódica
θηλυκό πληθυντικό
metódicas
Παραδείγματα
El escritor es metódico al organizar sus ideas.
Ο συγγραφέας είναι μεθοδικός στην οργάνωση των ιδεών του.



























