cocer
Pronunciation
/koθˈɛɾ/

Ορισμός και σημασία του "cocer"στα ισπανικά

01

βράζω

cocinar alimentos en agua u otro líquido hirviendo
cocer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
cuezo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cuece
ενεστώτα μετοχή
cociendo
απλός αόριστος
cocí
παθητική μετοχή
cocido
Παραδείγματα
Es importante cocer bien la carne para evitar enfermedades.
Είναι σημαντικό να βράζετε καλά το κρέας για να αποφύγετε ασθένειες.
02

βράζω, φέρνω σε βρασμό

hacer que un líquido alcance el punto de ebullición para cocinar algo
cocer definition and meaning
Παραδείγματα
Tienes que cocer la leche antes de usarla.
Πρέπει να βράσεις το γάλα πριν το χρησιμοποιήσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store