Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
cocer
01
βράζω
cocinar alimentos en agua u otro líquido hirviendo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
cuezo
γ΄ ενικό πρόσωπο
cuece
ενεστώτα μετοχή
cociendo
απλός αόριστος
cocí
παθητική μετοχή
cocido
Παραδείγματα
Se debe cocer la pasta durante diez minutos.
Τα ζυμαρικά πρέπει να βράσουν για δέκα λεπτά.
02
βράζω, φέρνω σε βρασμό
hacer que un líquido alcance el punto de ebullición para cocinar algo
Παραδείγματα
Voy a cocer agua para preparar té.
Πρόκειται να βράσω νερό για να ετοιμάσω τσάι.



























