Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
organizar
[past form: organicé][present form: organizo]
01
οργανώνω, τακτοποιώ
disponer o arreglar elementos o actividades de manera ordenada
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
organizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
organiza
ενεστώτα μετοχή
organizando
απλός αόριστος
organicé
παθητική μετοχή
organizado
Παραδείγματα
Los voluntarios organizaron la distribución de ayuda.
Οι εθελοντές οργάνωσαν τη διανομή της βοήθειας.
02
οργανώνω τον εαυτό μου, διορθώνω τον εαυτό μου
planificar el propio tiempo o actividades para ser más eficiente
Παραδείγματα
Se organiza para tener tiempo libre los fines de semana.
Οργανώνω τον εαυτό μου βοηθά να έχω ελεύθερο χρόνο τα Σαββατοκύριακα.



























