Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
organizar
01
οργανώνω, τακτοποιώ
disponer o arreglar elementos o actividades de manera ordenada
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
organizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
organiza
ενεστώτα μετοχή
organizando
απλός αόριστος
organicé
παθητική μετοχή
organizado
Παραδείγματα
Voy a organizar la fiesta de cumpleaños.
Πρόκειται να οργανώσω το πάρτι γενεθλίων.
02
οργανώνω τον εαυτό μου, διορθώνω τον εαυτό μου
planificar el propio tiempo o actividades para ser más eficiente
Παραδείγματα
Ella se organiza para estudiar y trabajar al mismo tiempo.
Αυτή οργανώνεται για να σπουδάζει και να εργάζεται ταυτόχρονα.



























